Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Παραπαιδείας το ανάγνωσμα

Προσωπικά, δεν ξέρω ούτε έναν άνθρωπο (συμπεριλαμβανομένου και του υποφαινόμενου) ο οποίος φοίτησε στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και δεν παρακολούθησε, παράλληλα, μαθήματα σε κάποιο φροντιστήριο ή δεν έκανε "ιδιαίτερα". Ούτε έναν όμως. Το φαινόμενο αυτό είναι πανθομολογουμένως πανελλαδικό και ως πρακτική, ελληνικότατο. Απ' όσο μπορώ να γνωρίζω η μορφή, η έκταση και η ένταση του φροντιστηριακού ή κατ' οίκον μαθήματος δεν έχει ανάλογό της σε Ευρωπαϊκό τουλάχιστο επίπεδο. Αγχωμένοι και μη, συνεπείς και μη, καλοί και κακοί μαθητές (ποιά τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους άραγε;) με το πέρας του σχολικού ωραρίου "τρέχουν" στο φροντιστήριο ή το ιδιαίτερο.

Πριν ακόμη από την αρχή της χρονιάς, το κυριότερο ενδιαφέρον μαθητών και γονιών είναι να μάθουν από φίλους και γνωστούς, ποιο φροντιστήριο έχει τους καλύτερους καθηγητές, ποιο είχε την προηγούμενη χρονιά τους περισσότερους επιτυχόντες και ποιο διαχρονικά έχει την καλύτερη φήμη. Και άντε και ανακάλυψαν όλες αυτές τις πληροφορίες. Πρέπει να εγγραφούν εγκαίρως μη τυχόν και συμπληρωθούν οι θέσεις και αναγκαστούν να απευθυνθούν στις δευτεράντζες της πιάτσας.

Αυτό ισχύει στον απόλυτο βαθμό ειδικά γι' αυτούς που θέλουν να παρακολουθήσουν ιδιαίτερα μαθήματα. Εκεί το "όνομα" και η εμπειρία του καθηγητή πληρώνονται αναλόγως και το να εξασφαλίσει ο ενδιαφερόμενος τη "θέση" του στο εβδομαδιαίο πρόγραμμά του σημαίνει ότι πρέπει να μεριμνήσει από νωρίς. Α! Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό. Αν στοχεύει στο"φιρμάτο" καθηγητή θα πρέπει, εκτός από την επιθυμία και την ικανότητα του γονιού να ανταποκριθεί στο αυξημένο κόστος, να δώσει και αποδείξεις της καλής πρότερης σχολικής του πορείας. Άλλωστε όταν ο "ικανός" μαθητής συναντά τον "αποτελεσματικό" καθηγητή, και το μάθημα κυλάει "ευχάριστα" (και για τους δυο) και ο μαθητής νιώθει ότι διασφαλίζει τις καλύτερες προϋποθέσεις για την αύξηση της επίδοσής του και ο καθηγητής θα εγγράψει στο ενεργητικό του ευκολότερα άλλη μία "επιτυχία" στο τέλος της χρονιάς. Οι, κατά το σχολικό σύστημα, μετριότητες κατά κανόνα θα αρκεστούν στις προαναφερθείσες δευτεράντζες ή στην καλύτερη περίπτωση στους φιλόδοξους πλην φιλότιμους νεόκοπους "προγυμναστές" (βλ. Γ. Κωνσταντίνου στην αξέχαστη ταινία: "Χτυποκάρδια στο θρανίο"). Αυτά ως μια πρώτη, γενική περιγραφή του ζητήματος.

Τελικά ποιό είναι το μεμπτό στην υπόθεση της παραπαιδείας; Γιατί, όπως μου επεσήμανε κάποιος πρόσφατα, να αναφερόμαστε σ' αυτήν ως παρά-παιδεία και όχι ως παιδεία σκέτο; Εφόσον το φαινόμενο είναι μαζικό και το κράτος το αποδέχεται, αν δεν το στηρίζει κιόλας, γιατί να προστίθεται το συγκεκριμένο πρόθεμα το οποίο φέρει μαζί του ιδιαίτερα αρνητική χροιά;

Η παραπαιδεία στην ελληνική πραγματικότητα εκτός από την γνωστή σε όλους λειτουργία της έχει και την τριπλή ιδιότητα του συμπτώματος, του δείκτη και της αναγκαιότητας. Σύμπτωμα, διότι αποτελεί κραυγαλέα απόδειξη της αδυναμίας του σχολικού συστήματος εθνικής, δημόσιας παιδείας να ανταποκριθεί επαρκώς στον θεσμικά προβλεπόμενο παιδαγωγικό του ρόλο του και συνακόλουθα να πείσει το κοινωνικό σύνολο για την σημαντικότητά του αυτού καθ' εαυτού. Ότι δηλαδή μπορεί να εξασφαλίσει, ως οφείλει, τα απαιτούμενα εφόδια στους μαθητές, ώστε να διαλέξουν με ασφάλεια τον μεταλυκειακό τους δρόμο, να πετύχουν, όσοι το επιθυμούν, την εισαγωγή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και το κυριότερο, αλλά εκ των πραγμάτων παντελώς αδιάφορο σε όλους, να τους δώσει την ικανότητα να κατανοήσουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους με εργαλεία την γενική γνώση και την κριτική σκέψη. Η απαξίωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι τόσο συνολική και απόλυτη που ο γονιός θεωρεί αυτονόητη την υποχρέωσή του να ικανοποιήσει την λογική και υπεύθυνη, όπως εκλαμβάνεται, απαίτηση του μαθητή για ιδιωτική ενισχυτική διδασκαλία. Την ίδια στιγμή το κράτος υποτίθεται ότι του εξασφαλίζει δωρεάν, δημόσια παιδεία. Φοβερό!

Αυτός ακριβώς ο συνδυασμός της αίσθησης του αυτονόητου, του λογικού, του εκ των ων ουκ άνευ, με την καθολικότητα σε έκταση και εφαρμογή του φαινομένου της παραπαιδείας αποτελεί έναν από τους σημαντικούς δείκτες για την κατάσταση του εν λόγω συστήματος. Και εδώ αναφέρομαι στην γενικευμένα αρνητική γνώμη και απόφαση της κοινωνίας για το δημόσιο σχολείο, αλλά και στις αντικειμενικές του αδυναμίες και ανεπάρκειες, σε επίπεδο modus operandi, υποδομών, εξοπλισμού, τελικού αποκομιζόμενου γνωστικού οφέλους, στελεχικού δυναμικού, διοικητικής και πολιτικής ηγεσίας. Μια ολόπλευρα αρνητική κρίση λες και όλα, τέλος πάντων, είναι κακώς καμωμένα και όσοι είναι εντός του και το λειτουργούν είναι εξ' ορισμού και εκ προοιμίου ανίκανοι να φέρουν το έργο τους εις πέρας. Αντιθέτως, την ίδια στιγμή οι απασχολούμενοι, νομίμως ή και παρανόμως, στην παραπαιδεία θεωρούνται άξιοι και ικανοί να αναλάβουν το εκπαιδευτικό έργο που οι συνάδελφοί τους στο δημόσιο, λόγω ανικανότητας, τους εκχωρούν.

Όλα τα παραπάνω καταλήγουν στην τρίτη ιδιότητα της αναγκαιότητας. Μέσα στο πλαίσιο που περιέγραψα παραπάνω, είναι φυσικό και επόμενο η παραπαιδεία στην Ελλάδα όχι μόνο να θεωρείται αλλά και de facto να είναι, αναγκαία διότι καλύπτει τις αδυναμίες της δημόσιας παιδείας υποτιθέμενες ή/και υπαρκτές (αναρωτιέμαι, άραγε και της ιδιωτικής;). Όμως ποιες είναι αυτές στην πραγματικότητα;

Ο παλαιότερος καθηγητής που εγώ γνωρίζω και μου είπε ότι διορίσθηκε αμέσως μετά την αποφοίτησή του από το πανεπιστήμιο προσεγγίζει πλέον τα 80 και ο νεότερος είναι 50 πατημένα. Δεν νομιμοποιούμαι να συμπεράνω ότι σταδιακά η διευρυνόμενη πλειοψηφία των ενεργών καθηγητών του δημόσιου σχολείου έχουν περάσει από τον χώρο της παραπαιδείας ή και βρίσκονται παράλληλα μέσα του (άλλη κουβέντα αυτή); Άρα τι να υποθέσω; Είτε ότι η ικανότητα μετατρέπεται μ' έναν "μαγικό" και ανεξήγητο τρόπο σε ανικανότητα, είτε ότι το σχολείο την καταστρέφει με τρόπο που και πάλι δεν μπορώ να αντιληφθώ. Διότι ο μόνιμος καθηγητής του δημοσίου γι' αυτό είναι μόνιμος. Ώστε να νιώθει οικονομική και ψυχολογική ασφάλεια και έτσι, λοιπόν, απερίσπαστος από τις θύελλες που μαίνονται στην αγορά εργασίας, να μπορέσει να φέρει εις πέρας το εθνικής σημασίας εκπαιδευτικό του έργο. Επίσης δεν ξέρω πιο είναι αυτό το φροντιστήριο που διαθέτει καλύτερες υποδομές (αίθουσες, εργαστήρια, μέσα διδασκαλίας) από το μέσο δημόσιο σχολείο με όλα τα προβλήματα και τις ελλείψεις που σαφώς έχει. Διότι είναι αλήθεια ότι υπάρχουν σχολεία - κοσμήματα, αλλά όμως και σχολεία στεγασμένα σε ακατάλληλους χώρους με σοβαρότατα προβλήματα υποδομής ή και σχολεία - τερατουργήματα όπως το συγκρότημα της Γκράβας. Νομίζω όμως, ότι ακόμα και έτσι, μιλώντας σε γενικές γραμμές, δεν τίθεται θέμα σοβαρής σύγκρισης (για τους άπιστους Θωμάδες, εδώ). Τέλος είμαι σίγουρος ότι ούτε ζήτημα πρόσθετων ωρών υφίσταται διότι τότε η ενισχυτική διδασκαλία (στην οποία απασχολούνταν καθηγητές εργαζόμενοι κυρίως στην παραπαιδεία) θα μπορούσε να είχε ικανοποιήσει και αυτή την "αδυναμία".

Άρα πως εξηγείται η ανθεκτικότητα της παραπαιδείας ασχέτως αλλαγών στο εκπαιδευτικό και το εξεταστικό σύστημα;

Πριν όμως προσπαθήσω ν' απαντήσω στο παραπάνω ερώτημα θα επισημάνω πρώτα, ποιοι είναι αυτοί που βιοπορίζονται από την παραπαιδεία. Έχουμε και λέμε :

Καθηγητές - ιδιοκτήτες φροντιστηρίων που συνειδητά επέλεξαν τον συγκεκριμένο χώρο έχοντας ή όχι και κάποια σχολική εμπειρία.
Απόφοιτοι των φερόμενων ως "καθηγητικών" σχολών, αυτοπροσδιοριζόμενοι αυθαίρετα και αβάσιμα ως "αδιόριστοι" καθηγητές περιμένοντας (οι περισσότεροι απ' αυτούς) υπομονετικά να έρθει η σειρά τους να διοριστούν ως μόνιμοι στο κατασυκοφαντημένο, και από τους ίδιους, δημόσιο σχολείο.
Άνθρωποι που ανήκουν στις δυο παραπάνω κατηγορίες (αλλά και αυτοί που δεν βρήκαν δουλειά ούτε σε φροντιστήριο) και που εκτός από αυτήν τους την απασχόληση, παραδίδουν και ιδιαίτερα κατ' οίκον μαθήματα.
Ωρομίσθιοι και αναπληρωτές καθηγητές δημόσιων σχολείων οι οποίοι έχουν συνήθως φροντιστηριακή εμπειρία και παράλληλα παραδίδουν ιδιαίτερα κατ' οίκον μαθήματα.
Μόνιμοι καθηγητές του δημοσίου που παραδίδουν ιδιαίτερα κατ' οίκον μαθήματα.
Αυτοί που ανήκουν στην πρώτη κατηγορία είναι επιχειρηματίες οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες και ως τέτοιοι ασκούν το νόμιμο δικαίωμά τους στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς. Όσοι ανήκουν στις δυο επόμενες κατηγορίες εργάζονται σκληρότατα για να φέρουν σε πέρας το έργο που προσδιόρισε ο φροντιστηριούχος. Τις περισσότερες φορές με λιγότερα από το προβλεπόμενο ή και καθόλου ένσημα και με αμοιβή επί της ώρας σε πολλές περιπτώσεις από αναντίστοιχη προς το παραγόμενο έργο τους έως και εξευτελιστική προς τους ίδιους. Εννοείται ότι όσοι "έχουν" και ιδιαίτερα (προσθέτω και την τέταρτη κατηγορία) φοροδιαφεύγουν συνειδητά, διότι για απόδειξη ούτε λόγος. Λες και είναι αναπαλλοτρίωτο δικαίωμά τους να μην δηλώνουν τα εισοδήματά τους. Και φτάνουμε στην διπλά παρανομούσα κατηγορία Αρ.5. Όπου έχουν δει τα μάτια όλων από ανθρώπους που απλά προσπαθούν να ενισχύσουν το εισόδημά τους, έως και επαγγελματίες "ιδιαιτεράκηδες" οι οποίοι χρησιμοποιούν ανερυθρίαστα το σχολείο με παράνομο και προκλητικό τρόπο ώστε να αλιεύουν μαθητές όχι πια για βιοπορισμό αλλά για πλουτισμό.

Και ερωτώ: Ποιός από τους παραπάνω επιθυμεί το τέλος της παραπαιδείας και αγωνίζεται γι' αυτό;

Ο επιχειρηματίας καθηγητής που θέλει βέβαια να πάνε πρίμα οι δουλειές του;

Ο ταλαίπωρος, αλλά συμπαθής, απόφοιτος "αδιόριστος" που μη έχοντας άλλη διέξοδο πέφτει στα νύχια του φροντιστηριούχου και δουλεύει ως είλωτας;

Ο ίδιος άνθρωπος που λόγω του πενιχρού του μισθού προσπαθεί να επιβιώσει διά των"μαύρων" ιδιαίτερων τα οποία (στην αρχή με συστολή και μετά με τσαμπουκά του τύπου "άμα θες") απαιτεί ελέω θεού αφορολόγητα λες και του τα χρωστάνε τα υπόλοιπα κορόιδα αυτής της δύσμοιρης χώρας;

Ο δημόσιος υπάλληλος (όσοι είναι αυτοί και εννοείται μακριά από 'μένα οι γενικεύσεις) που με τον ίδιο τσαμπουκά απαιτεί να πλουτίσει μόνο και μόνο γιατί μπορεί, χωρίς την παραμικρή αίσθηση ηθικής για την διπλά παράνομη πράξη του; (η σύγκριση με τον ιδιωτικό υπάλληλο που κάθε μέρα ξέρει ότι μπορεί να χάσει την κακοπληρωμένη δουλειά του με ένα ξερό ΑΠΟΛΥΕΣΑΙ, για 'μένα είναι τουλάχιστο συγκλονιστική).

Ο γονιός που χρεωμένος και πελαγωμένος προσπαθεί να "δώσει" ότι μπορεί στα παιδιά του, ώστε αυτά να έχουν μια καλύτερη ελπίδα για το μέλλον ή έστω να έχει ήσυχη τη συνείδησή του ότι τέλος πάντων αυτός "έκανε ότι μπορούσε";

Μήπως το ίδιο το πολιτικό προσωπικό, το οποίο μη μπορώντας, να ανταποκριθεί στις φρούδες ελπίδες που εξέθρεψε διαχρονικά σε όλους τους απόφοιτους "αδιόριστους", κάνει τα στραβά μάτια στην φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή που η παραπαιδεία ενισχύει; Διότι μπρος το φάσμα της ανεργίας, της οικονομικής εξαθλίωσης και της κοινωνικής καταρράκωσής τους, διστάζει να εφαρμόσει πολιτικές καταστολής, αναγνωρίζοντας σιωπηρά τις ευθύνες του και την ανικανότητά του να βάλει μια τάξη στο χάος της παιδείας και στη ζούγκλα της παραπαιδείας. Είναι σαφές ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν τις ευθύνες τους στο βαθμό που τους αναλογεί. Καθηγητές, γονείς, φροντιστηριούχοι, δημόσιο σχολείο, πολιτικό προσωπικό, ελεγκτικοί μηχανισμοί, δικαιοσύνη, η μαύρη μας η μοίρα...Όμως η ατομική και η συλλογική ευθύνη δεν είναι παρά μόνο ένα μέρος της αλήθειας και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να σταθούμε σε αυτό.

Το βασικό πρόβλημα είναι, ότι η ίδια η παραπαιδεία αναπαράγει τις συνθήκες επιβίωσής της και την ιδεολογική κυριαρχία της έναντι του δημόσιου σχολείου, έχοντας εγκλωβίσει ολόκληρη την κοινωνία σε ένα κλειστό σύστημα παραγωγής νοήματος, το οποίο μετασχηματίζεται σε ηγεμονικό λόγο και που καταληκτικό προϊόν του είναι μια "άλλη" εκπαιδευτική νοοτροπία. Συν τω χρόνω η τελευταία δομεί και παγιώνει την "νέα εκπαιδευτική πραγματικότητα" η οποία ως τέτοια είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί σοβαρά από τους μετέχοντες σ' αυτήν. Είναι ακριβώς αυτός ο Λόγος (discourse, βλ. M. Foucault- Η αρχαιολογία της γνώσης) που συγκροτεί ένα νέο πλαίσιο σκέψης και δράσης γονιών και μαθητών, παράλληλο με αυτό του σχολείου, το οποίο ορίζεται και επανεπιβεβαιώνεται ακατάπαυστα διαμέσου μιας προγυμναστικής ρητορικής, εθιστικής στα βασικά χαρακτηριστικά της (ανταγωνισμός για μια θέση επιτυχόντα, συνείδηση του μονόδρομου της επίτευξης του τελικού στόχου, φετιχοποίηση συγκεκριμένων εκπαιδευτικών εργαλείων όπως η άσκηση και η απομνημόνευση), κυρίαρχηςτα τελευταία περίπου 30 χρόνια. Ο Λόγος της παραπαιδείας οφείλει σε μεγάλο βαθμό τη δύναμη και τη ζωτικότητά του στο γεγονός ότι τροφοδοτεί και ανατροφοδοτείται από την αυτιστική εμμονή των κοινωνικών υποκειμένων στις απατηλέςεξισώσεις:

επιτυχία στις πανελλαδικές = μια θέση στον ήλιο

αποτυχία στις πανελλαδικές = το τέλος του κόσμου

Με άλλα λόγια ο Λόγος της παραπαιδείας όχι απλά εκμεταλλεύεται τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις ελπίδες της οικογένειας αλλά, παράλληλα, σε σημαντικό βαθμό τις εντείνει. Ενσταλάζει σ' αυτές τα δομικά χαρακτηριστικά του διευκολύνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την τελική του επικράτηση, σε μια διαδικασία που ξεκινά από την στιγμή της εισόδου του μαθητή στον ίδιο το χώρο της παραπαιδείας. Αυτός δεν αφορά μόνο το φροντιστήριο ή το σπίτι, όπου γίνονται τα ιδιαίτερα μαθήματα, αλλά δημιουργείται και μέσα στο ίδιο το σχολείο από το μόνιμο προσωπικό.

Πριν ο μαθητής ενταχθεί στο χώρο της παραπαιδείας, στην ερώτηση, "τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις", αποκρίνεται ότι επιθυμεί, αυθόρμητα, με την ελευθερία του μυαλού και της ψυχής που δεν έχει ακόμα απωλέσει. Από τη στιγμή όμως της ένταξης, ο μαθητής ενσωματώνει τον προγυμναστικό Λόγο της παραπαιδείας και μετατρέπεται, σταδιακά, σε "υποψήφιο". Το σχήμα εξουσίας προγυμναστής – υποψήφιος και προγυμναστής - γονιός, έχει πλέον μορφοποιηθεί. Όμως οι υπηρεσίες του φροντιστηρίου είναι προγυμναστικές, όχι εκπαιδευτικές και επ' ουδενί παιδαγωγικές. Έτσι το σοβαρότατο ζήτημα της επιλογής καριέρας καταπίπτει στο επίπεδο της ψυχαναγκαστικής ανάγκης η οποία εμφορούσα το ένδυμα της υπευθυνότητας και κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε παιδαγωγικής λογικής επιβάλλεται άκομψα και πρόωρα όχι μόνο στον ίδιο τον ενδιαφερόμενο αλλά σε όλους τους άμεσα ή/και έμμεσα εμπλεκόμενους στην εκπαιδευτική διαδικασία ("υποψηφίους", γονείς, καθηγητές).

Ο προγυμναστικός Λόγος της παραπαιδείας κατανικά τον παιδαγωγικό Λόγο του λυκείου.Διότι, η παραπαιδεία είναι αυτή που μπορεί να εκπαιδεύσει ένα άλογο κούρσας με το νήμα του τερματισμού να τοποθετείται στα προπύλαια κάποιου πανεπιστημίου. Το λύκειο όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να έχει μόνο αυτόν το σκοπό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο μαθητής, ο οποίος εν τω μεταξύ επείσθη για την δοτή και επιβεβλημένη, από τον προγυμναστικό Λόγο, ανάγκη του να εισέλθει σε κάποιο τριτοβάθμιο ίδρυμα, στρέφει σχεδόν ολοκληρωτικά τις ελπίδες και τις προσδοκίες του στην παραπαιδεία, γιατί η τελευταία φαίνεται να ανταποκρίνεται σαφώς καλύτερα σ' αυτές, απαξιώνοντας με τρόπο απόλυτο και αποκαρδιωτικό το δημόσιο σχολείο. Είναι άλλωστε διαδεδομένο το φαινόμενο, προς το τέλος της χρονιάς ο υποψήφιος να χρησιμοποιεί τις απουσίες που έχει, υπολογισμένα, "κρατημένες" και να μην "πατάει" σχεδόν καθόλου στο σχολικό μάθημα.

Πες μου υπομονετικέ (αν μη τι άλλο) αναγνώστη, με το χέρι στην καρδιά, αν ξέρεις έστω και έναν μαθητή (γιατί προσωπικά δεν έτυχε), ο οποίος λίγο πριν τις πανελλαδικές να είπε:

"Τέλος. Δεν θέλω (ή δεν μπορώ) να δώσω πανελλαδικές. Θα κάνω κάτι άλλο με τη ζωή μου".

Ακόμα και οι υποψήφιοι που γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των εξετάσεων, προσέρχονται ως πρόβατα επί σφαγή, γιατί "η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία".

Και σ' αυτό το σημείο θα σημειώσω σκωπτικά:

"Του μαθητή η μάνα δεν έκλαψε ποτέ… για τις πανελλαδικές. Του υποψηφίου όμως…"

Επίσης μήπως ξέρεις, εσύ, αν κάποιος καθηγητής στην αρχή της τρίτης λυκείου είπε στους μαθητές του:

"Ξέρετε, αν θέλετε δεν χρειάζεται να δώσετε πανελλαδικές. Υπάρχουν και άλλα πράγματα να κάνετε μετά το λύκειο".

Συνήθως αυτό λέγεται λίγο πριν τις εξετάσεις ώστε να προετοιμαστούν ψυχολογικά οι "υποψήφιοι προς αποχώρηση" για την αναμενόμενη αποτυχία τους να περάσουν σε κάποιο τριτοβάθμιο ίδρυμα.

Συνοψίζοντας,η παραπαιδεία δεν είναι απλά ένα κοινωνικό φαινόμενο των καιρών που ήρθε να καλύψει κάποιο υποτιθέμενο κενό της θεσμοθετημένης δημόσιας παιδείας. Έχει ιστορική εξέλιξη, τόπο δράσης, διαμορφωμένες ιεραρχίες και σχέσεις εξουσίας, συγκροτημένη ρητορική, φετίχ, τελετουργίες και διαβατήριες τελετές (διαγωνίσματα, πανελλαδικές εξετάσεις), κοινωνικά υποκείμενα φέροντα τα διακριτά της στοιχεία. Μέσα στον χρόνο έχει παγιώσει τα βασικά χαρακτηριστικά της και επηρεάζει βαθύτατα το κοινωνικό σύνολο με τρόπους συχνά αναπάντεχους και όχι εύκολα ορισμένους.

Πρόκειται για κουλτούρα παραπαιδείας.

Ως τέτοια είναι προσαρμόσιμη, εξελίξιμη και στο βαθμό που δεν απειλείται η ύπαρξή της, ικανή να αφομοιώνει νέα δεδομένα και πρακτικές με σκοπό να διασφαλίσει την διαχρονική συνέχειά της. Θα παραμείνει όμως παρά-παιδεία διότι στην πράξη τής λείπει η εκπαιδευτική ικανότητα και η παιδαγωγική διάθεση. Συμβιώνει με την παιδεία χωρίς την οποία όμως δεν έχει λόγο ούτε δυνατότητα ύπαρξης. Παρασιτεί εις βάρος της και διαστρέφει την αποστολή της με τρόπους και αποτελέσματα που ανέλυσα παραπάνω. Η δυναμική και ανεξέλεγκτη παρουσία της επιτείνει της αδυναμίες και ανεπάρκειες του δημόσιου σχολείου και κατ’ επέκταση την ουσιαστική αναβάθμισή της. Έχει διαχρονικά εκπαιδεύσει μεγάλα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας εξασφαλίζοντας την άνευ όρων αποδοχή και την defactoνομιμοποίησή της.

Την ίδια στιγμή είναι αυτή η κουλτούρα…

που ευνοεί τη φοροδιαφυγή και την εισφοροδιαφυγή και «κανονικοποιεί» την παράνομη και εγκληματική, ιδιαίτερα στην περίοδο που ζούμε, πράξη της απόκρυψης εισοδήματος εθίζοντας και τον γονιό και τον καθηγητή σ’ αυτού του είδους τη συναλλαγή…

που για δεκαετίες απομυζεί τον οικογενειακό προϋπολογισμό και εξαφανίζει τον ελεύθερο χρόνο των μαθητών περιχαρακώνοντας τους σε μια μονοδιάστατη λογική (της εισόδου στα ΑΕΙ – ΤΕΙ) η οποία, από καιρό και με ταχύτατους ρυθμούς, χάνει την αντικειμενική αξία και την παλαιότερη λάμψη της.

Η παραπαιδεία ως κουλτούρα δεν είναι δυνατό ούτε, επιτυχώς, να διωχθεί ποινικά, ούτε να ανατραπεί με κάποια νομοθετική ρύθμιση. Δεν καταργούνται οι κουλτούρες από τα πάνω. Απορρίπτονται από τα κάτω. Το κράτος μπορεί να λειτουργήσει μόνο επικουρικά. Όσο τα κοινωνικά ερείσματα για την ανάπτυξη της παραπαιδείας υφίστανται, αυτή θα εξακολουθήσει.

Ηκοινωνία πολιτών οφείλει να σκεφτεί και να επιλέξει συνειδητά να της γυρίσει την πλάτη. Είναι θέμα επιλογής και η επιλογή φέρει ευθύνη. Ας αναλάβουμε, επιτέλους, ως πολίτες τις δικές μας ευθύνες έναντι των εαυτών μας. Η παραπαιδεία προσφέρει πολύ συγκεκριμένες υπηρεσίες. Επαφίεται σε μας να αποφασίσουμε αν πραγματικά τις χρειαζόμαστε…

Αλήθεια, τις χρειαζόμαστε; Ας το σκεφτούμε επιτέλους σοβαρά!

http://www.protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου