Σάββατο, 6 Ιουνίου 2015

Ο Μονόλογος ενός άνεργου στο ... Φουμπου

Στις 10.00 είμαι εδώ.
Και στις 11.00 είμαι.
Και στις 13.00 εδώ θα είμαι.
Με βλέπεις. Το στίγμα μου. Τα λιγοστά likes που «χτυπάω» σε φίλους και γνωστούς. Τα βίντεο που ποστάρω, τις «καλημέρες» που στέλνω. Σε βλέπω κι εγώ. Για λίγο χάνομαι. Μπορεί να τσεκάρω τα e-mails, κάποια απάντηση, ίσως, από τα τριακόσια βιογραφικά που έστειλα σε τρία χρόνια, αλλά τίποτα.
Ξανά like από ‘δω, like κι από εκεί, like και παραπέρα. Μόνο likes. Δεν σου μιλάω. Φοβάμαι. Δύο πράγματα: μην μου ζητήσεις. Δουλειά, ακόμη και ένα «έχε με στο νου σου», με τρομοκρατεί και μετά να παραδεχτώ ότι είμαι κι εγώ ΑΝΕΡΓΟΣ. «Υπομονή», «κουράγιο», «κάτι θα γίνει», «κι αυτό θα περάσει», «ο καλός δεν χάνεται». Ατάκες λοβοτομής.

Και μετά όλα εκείνα τα "πιλάφια" αυτοβοήθειας, όλα εκείνα τα spam mail για «ημέρες καριέρας», «σεμινάρια δημιουργικότητας», «δεύτερες ευκαιρίες»...Τα έχω ακούσει όλα τόσες φορές, όταν τα βλέπω και γραμμένα, ζαλίζομαι, ανακατεύομαι. Γιατί μπαίνω; Γιατί μένω τόσες ώρες; Για να μη νιώθω μόνος; Ίσως φοβάμαι. Δεν θέλω επαφές. Δεν πειράζει. Ο κόσμος εξακολουθεί να κινείται στην μπάρα κύλισης του Face. Κάτι είναι κι αυτό. Η ελπίδα σε κόκκινα τετραγωνάκια στα «μηνύματα», στις «ειδοποιήσεις» και στα “friend requests”. Δεν κατασκοπεύω ποτέ φίλους, γνωστούς και συναδέλφους. Είναι επιλογή μου.

Παλιά, ξυπνούσα, έπινα καφέ, ντυνόμουν βιαστικά και έφευγα για δουλειά. Τώρα λείπουν τα δύο τελευταία και «κρατιέμαι» από τις ζωές των άλλων που όσο πάει, όμως, μοιάζουν με τη δική μου. Προσπαθώ να μην απελπίζομαι, να μη «σκαλώνω» σε ηλίθιες συμβουλές, - «βγες, ντύσου, πήγαινε μια βόλτα!»- (πού να πάω, μεγάλε μου, πόσες βόλτες να πάω πια, πόσο να γυρίσω και με τι λεφτά;), προσπαθώ να βρω κάτι ατακαδόρικο να ποστάρω, που, όμως, να ‘ναι και ανώδυνο, μην ανοίξω μεγάλο νταχτιρντί στα σχόλια, μην εκτεθώ, μην υπάρξει χαραμάδα να δουν οι άλλοι στη ζωή μου.
Κάποιες μέρες μελαγχολώ. «Ανεβάζω» τραγούδια απ’ το "YouTube" το ένα «καπάκι» με τ’ άλλο. Άλλες μέρες, έχω κέφια, κάνω σχόλια, γράφω κατεβατά, νιώθω ότι συμμετέχω, μαθαίνω νέα, σχολιάζω. Και μετά ένα σχόλιο ή ένα άθλιο emoticon μέσα στον μικρόκοσμο του ψηφιακού animation, με γκρεμίζει απ’ την καρέκλα. Το δωμάτιο μου πέφτει στενό, ξεφυσάω, γελάω με τον εαυτό του που με ρίχνουν πράγματα που παλιότερα θα τα ξέχναγα στο επόμενο λεπτό. Τώρα τα βλέπω «κρεμασμένα» στον «τοίχο» και πρέπει να φανώ και γενναίος, να μην τα σβήσω.

Και οι υπόλοιποι; «Περνάνε, όπως περνάω εγώ; Μαζεύουν στα κρυφά απλήρωτους λογαριασμούς από το γραμματοκιβώτιο και χάνονται στα κλεφτά στην εσωτερική σκάλα για να μην πέσουν μούρη με μούρη με τη διαχειρίστρια;»
Αν δεν ντρεπόμουν μερικές φορές, (αν ήξερα πώς να μην ντρέπομαι, ένας θεός, ξέρει ΓΙΑΤΙ ντρέπομαι), θα έριχνα κανά δυό γερά μπενελίκια και φωτο από το άδειο μου πακέτο από τσιγάρα, στη μούρη της «φίλης» που ανεβάζει φωτογραφίες από ακρογιαλιές και δειλινά με λεζάντες “halara potakia stin Oia” και 468 likes από κάτω, ενώ τόσος κόσμος φυτοζωεί. Δεν θα το κάνω, εννοείται. Αυτό που ζω, δεν επιδέχεται ούτε share ούτε comments.
Και όχι, δεν ζηλεύω. Και είμαι ακόμη δυνατός. Για πόσο – ακόμη – δεν ξέρω. Θα το μάθω αύριο. Ανοίγοντας κόκκινα τετραγωνάκια ειδοποιήσεων και πληκτρολογώντας άγκιστρα και τριάρια σε όσους με θυμούνται. Για ώρες. Για όλη τη μέρα. Μπροστά στο ... Facebook. Γιατί στην πραγματική ζωή, που λέτε εσείς εκεί έξω, με έχει πνίξει η ελπίδα που ακόμη έρχεται και οι υποσχέσεις για καλύτερες μέρες. Μα ένα σας λέω μόνο. Να φοβάστε και να τρέμετε αυτούς που δεν έχουν πια να χάσουν τίποτα...

Πηγή : "Ο διπλανός μας τοίχος" 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου