Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Η ανθρωπότητα αντιμέτωπη με διατροφική κρίση

Καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνεται, οι αγρότες, ιδιαίτερα στις αναπτυσσόμενες χώρες, πιέζονται να αυξήσουν τις παραγωγές των συγκομιδών τους προκειμένου να ικανοποιήσουν την αυξανόμενη ζήτηση. Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων σαράντα ετών ο παγκόσμιος πληθυσμός έχει αυξηθεί κατά 80%, αλλά η παραγωγή τροφίμων ήταν τέτοια ώστε στους ανθρώπους να αντιστοιχούν περισσότερα τρόφιμα σε σχέση με το παρελθόν, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO). Ο FAO προβλέπει ότι η πληθυσμιακή αύξηση θα επιβραδυνθεί και μέχρι το 2050 θα πρέπει να έχει φθάσει σχεδόν στο μηδέν, αλλά όχι προτού προσθέσει άλλα 2,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους στον παγκόσμιο πληθυσμό, το 60% των οποίων θα ζήσουν στην Ασία.
Η μεγαλύτερη αύξηση στην παραγωγή προϊόντων συντελέστηκε στη δεκαετία του '70, κατά τη διάρκεια αυτού που έγινε γνωστό ως «πράσινη επανάσταση». «Εάν ξανακοιτάξετε την ιστορία θα δείτε ότι η επιστήμη έχει μια πολύ σημαντική συμβολή στη γεωργία», λέει ο Κλάιβ Τζέιμς, διευθυντής της Διεθνούς Υπηρεσίας για την Απόκτηση Αγρο-βιοτεχνολογικών Εφαρμογών. «Οι άνθρωποι ξεχνούν τον Νόρμαν Μπόρλαουγκ, τον αρχιτέκτονα της «πράσινης επανάστασης», που έλαβε το Νόμπελ Ειρήνης για τη σωτηρία ενός δισεκατομμυρίου ανθρώπων από την πείνα με τη δημιουργία νέων σπόρων υψηλής απόδοσης, υποστηρίζοντας τη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων για να αυξήσει τις σοδειές
Η «πράσινη επανάσταση» πέτυχε να αυξήσει την απόδοση των καλλιεργειών ξεπερνώντας την άνοδο των πληθυσμών, αλλά σε κάποιο βαθμό στη δεκαετία του '80 τα ποσοστά αύξησης της παραγωγής των καλλιεργειών άρχισαν να πέφτουν και το 1990 το ποσοστό αύξησης παραγωγής τροφίμων έπεσε κάτω από το ποσοστό της πληθυσμιακής αύξησης. Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που μπορούν μειώσουν τη δυνατότητα των αγροτών να παράγουν τρόφιμα, με κυριότερο την αλλαγή του κλίματος, που αρχίζει να έχει επιπτώσεις στις παραγωγές των καλλιεργειών.
Το Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνας για τη Διατροφική Πολιτική επεξεργάστηκε μια σειρά σεναρίων για την κλιματική αλλαγή. Ολα τους κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι θα υπάρχει χαμηλότερη παραγωγή σοδειών μέχρι το 2050. «Με την αλλαγή του κλίματος έρχεται το πρόβλημα της έλλειψης νερού και των υψηλότερων θερμοκρασιών», λέει ο Ουίλιαμ Νταρ , διευθυντής του Διεθνούς Ερευνητικού Ινστιτούτου για τις Καλλιέργειες στους Ημι-άγονους Τροπικούς Κύκλους. «Σήμερα, τα μοντέλα δείχνουν ήδη μειώσεις στις παραγωγές των καλλιεργειών και πρέπει να βρούμε τρόπους ώστε να υποστηρίξουμε την παραγωγικότητα, προκειμένου να ταϊστούν οι 9 δισεκατομμύρια άνθρωποι από το 2050».
Υδάτινοι πόροι
«Η αυξανόμενη ζήτηση για το κρέας ασκεί, επίσης, πίεση στους παγκόσμιους υδάτινους πόρους. Στα επόμενα σαράντα χρόνια οι απαιτήσεις για το κρέας θα έχουν διπλασιαστεί, με κάθε κιλό κρέατος να χρησιμοποιεί για την παραγωγή του οκτώ φορές περισσότερο νερό από αυτό που απαιτείται για την παραγωγή ενός κιλού σίτου. Καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται και το καλλιεργήσιμο έδαφος γίνεται όλο και περισσότερο λιγοστό, οι πιο φτωχοί αγρότες κινούνται προς τις πόλεις για να βρουν τρόφιμα και εργασία. Ομως, στις πόλεις, όπου δεν υπάρχει καμιά έλλειψη, το μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι φτωχοί είναι ότι τα τρόφιμα είναι πάρα πολύ ακριβά.
Στις περισσότερες περιοχές της Ασίας οι φτωχοί που διαμένουν στις πόλεις ξοδεύουν σχεδόν το 90% του εισοδήματός τους στα τρόφιμα και στο ενοίκιο, έχοντας ελάχιστα περιθώρια ευελιξίας εάν οι τιμές των τροφίμων εκτοξευτούν στα ύψη όπως συνέβη το 2008. Η Παγκόσμια Τράπεζα υπολόγισε ότι επιπλέον 100 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο οδηγήθηκαν στην πείνα εκείνη τη χρονιά, εξαιτίας της αύξησης των τιμών των τροφίμων. Οι περισσότεροι αναλυτές προβλέπουν ότι οι τιμές τροφίμων θα υπερδιπλασιαστούν και πάλι κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο δεκαετιών. Και πολλοί από αυτούς εκτιμούν ότι οι φτωχοί θα έχουν ευκαιρίες να συλλέξουν τρόφιμα από άλλες πηγές, όπως τα δάση και οι ποταμοί, ενώ εκείνοι που ζουν στις πόλεις θα εξαρτώνται από τις παγκόσμιες διακυμάνσεις της αγοράς.
Κατά τη διάρκεια των προηγούμενων σαράντα ετών ο παγκόσμιος πληθυσμός έχει αυξηθεί κατά 80%, αλλά η παραγωγή τροφίμων ήταν τέτοια ώστε στους ανθρώπους να αντιστοιχούν περισσότερα τρόφιμα σε σχέση με το παρελθόν, σύμφωνα με τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών
Ενα δισεκατομμύριο παχύσαρκοι και ενα δισεκατομμύριο υποσιτιζόμενοι
Ο καθηγητής Κάι Τζιανμίνγκ από την κινεζική Ακαδημία Επιστημών ηγείται σε παγκόσμιο επίπεδο στην ανάπτυξη του αστικού καλλιεργήσιμου εδάφους, εξασφαλίζοντας ότι οι κινεζικές πόλεις έχουν τα μέσα να ικανοποιήσουν όλες τους τις ανάγκες σε λαχανικά εντός των δημοτικών τους ορίων. «Στη νότια Κίνα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τις ταράτσες των σπιτιών, αλλά στο βορρά είναι ευκολότερο να δημιουργηθούν χώροι γύρω από οικιστικές περιοχές όπου τα τρόφιμα πρέπει να ταξιδέψουν προς αγορές που είναι σχετικά κοντά. Οι κάθετοι κήποι, που χρησιμοποιούν τα μπαλκόνια για να αναπτύξουν τα τρόφιμα, κερδίζουν επίσης έδαφος στο Πεκίνο», λέει.
Οι ιστορικοί υπενθυμίζουν συχνά το γεγονός ότι οι περισσότερα λιμοί δεν προκαλούνται από την έλλειψη τροφίμων αλλά από την κακή διακυβέρνηση. Το 1996 ο FAO υπολόγισε ότι ο κόσμος παρήγαγε αρκετά τρόφιμα για να παρέχει στον καθένα 2.700 θερμίδες ημερησίως, 500 περισσότερες απ' ό,τι χρειάζεται ο μέσος άνθρωπος. Ομως, σύμφωνα με υπολογισμούς, από τους 7 δισ. ανθρώπους το ένα δισ. είναι κλινικά παχύσαρκο, την ίδια στιγμή που ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι παραμένουν υποσιτιζόμενοι.
Ο Μπας Μπάουμαν, επικεφαλής για τις καλλιέργειες και τις περιβαλλοντικές επιστήμες στο Διεθνές Ερευνητικό Κέντρο Ρυζιού στις Φιλιππίνες, θεωρεί ότι ο διπλασιασμός των παραγωγών ρυζιού στην Ασία κατά τη διάρκεια των επόμενων 40 ετών δεν είναι ένας αδύνατος στόχος. «Εάν εξετάσουμε τις τρέχουσες ποικιλίες ρυζιού που έχουν παραχθεί από την εποχή της «πράσινης επανάστασης», θα διαπιστώσουμε ότι η δυνατότητα παραγωγής τους είναι 8-10 τόνοι ανά εκτάριο, αλλά η μέση παραγωγή εδώ στις Φιλιππίνες είναι 3,7 τόνοι. Στην Ταϊλάνδη, έναν σημαντικό εξαγωγέα ρυζιού, η μέση παραγωγή είναι ακριβώς 3,5 τόνοι ανά εκτάριο.
Σε αυτές τις χώρες υπάρχουν τεράστιες ευκαιρίες να αυξηθούν οι παραγωγές με καλύτερη διαχείριση. Πάντως, ο καθηγητής στην Επιστήμη των Καλλιεργειών στο Πανεπιστήμιο των Φιλιππίνων, Τεντ Μεντόζα, αρνείται να δεχτεί ότι υπάρχει διατροφική κρίση. Θεωρεί ότι ο τρόμος κατασκευάζεται από τη βιομηχανία μεταποίησης αγροτικών προϊόντων, η οποία θέλει να ωφεληθεί από τη διακίνηση των εμπορικών λιπασμάτων, των εντομοκτόνων και των ποικιλιών σπόρων ενθαρρύνοντας τους αγρότες να τα αγοράσουν για να αυξήσουν τις παραγωγές.
του ΤΑΣΟΥ ΣΑΡΑΝΤΗ

Πηγή: Ημερησία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου